πνεύμα

πνεύμα
τό
1) е разя. знач дух;

μαχητικό ( — или πολεμικό) πνεύμα — боевой дух;

||γιον πνεύμα рел — святой дух;

τό αγαθό πνεύμα — добрый дух;

πονηρόν πνεύμα — злой дух, лукавый, чёрт;

τα κακά πνεύματα злые духи;
ετοιμάτης τού πνεύματος присутствие духа;

έξαψις πνεύμάτων — брожение умов;

τό πνεύμα τού νόμου — дух закона;

τό πνεύμα της διαταγής — сущность приказа;

στο πνεύμα τού μαρξισμού — в марксистском духе;

σύμφωνα με το πνεύμα της επο-

χής в духе времени;

με πνεύμα αμοιβαίας κατανόησης — в духе взаимопонимания;

εν πνεύματι αμοιβαίας εμπιστοσύνης в обстановке взаимного доверия;
2) ум; интеллект; остроумие;

πνεύμα ανήσυχο — беспокойный дух или ум;

τα μεγάλα πνεύματα великие умы;

πνεύμα εφευρετικό — изобретательный ум;

έχω επιχειρηματικό πνεύμα — быть предприимчивым;

έχει πολύ πνεύμα — он очень остроумен, находчив;

κάνω πνεύμα — острить;

3) грам, знак придыхания;
4) хим. спирт, алкоголь; § πτωχός τω πνεύματι рел , перен. нищий духом;

παρέδωκε το πνεύμα — он испустил дух, отдал богу душу; — умер, скончался;

τό μεν πνεύμα πρόθυμον η δε σαρξ ασθενής — сильный духом, но немощный телом


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Полезное


Смотреть что такое "πνεύμα" в других словарях:

  • πνεῦμα — blast neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πνεύμα — ατος, το / πνεῡμα, ΝΜΑ, και πνέμα Ν 1. η ψυχή και οι λειτουργίες της, ο ψυχικός κόσμος, σε αντιδιαστολή προς τη σάρκα, την ύλη και τον υλικό κόσμο 2. ο νους και οι ικανότητές του, η ευφυΐα, ο λόγος 3. καθετί το άυλο, το ασύλληπτο με τις αισθήσεις …   Dictionary of Greek

  • πνεύμα — το, ατος 1. ο νους και οι λειτουργίες του: Σκοτίστηκε το πνεύμα μου. 2. ψυχική και διανοητική κατάσταση: Πνεύμα κατανόησης επικράτησε στις συζητήσεις. 3. ιδέα, νόημα, σκοπός, άποψη: Μ αυτό το πνεύμα μίλησε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Άγιο Πνεύμα — I Το όνομα του τρίτου Προσώπου της Αγίας Τριάδας. Κατά την Ορθόδοξη Εκκλησία, η αΐδιος εκπόρευση του Α.Π. γίνεται από τον Πατέρα «ως μόνης πηγής και αιτίας», ενώ η «εν χρόνω αποστολή του στην Εκκλησία» γίνεται «από του Πατρός δι’ Υιού». Τούτο δεν …   Dictionary of Greek

  • Άγιον Πνεύμα — Sp Ãgion Pnevmà Ap Άγιον Πνεύμα/Agion Pnevma L Š Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • πνεῦμ' — πνεῦμα , πνεῦμα blast neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Pneumatic (Gnosticism) — πνεύμα, spirit The highest order of humans as opposed to hylics. spiritual, fully initiated. immaterial, souls. The Pneumatic saw himself as escaping the doom of the material world via the secret knowledge …   Wikipedia

  • ДУША — [греч. ψυχή], вместе с телом образует состав человека (см. статьи Дихотомизм, Антропология), будучи при этом самостоятельным началом; Д. человека заключает образ Божий (по мнению одних отцов Церкви; по мнению других образ Божий заключен во всем… …   Православная энциклопедия

  • Ιταλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιταλίας Έκταση: 301.230 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.305.568 (2001) Πρωτεύουσα: Ρώμη (2.459.776 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ευρώπης. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γαλλία, στα Β με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»